αναστεναγμός


αναστεναγμός
[анасгэнагмос] ουσ. а. вздох, стон,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναστεναγμός" в других словарях:

  • αναστεναγμός — αναστεναγμός, ο και αναστέναγμα, το και αναστένασμα, το, ατος το να αναστενάζει κανείς: Συχνά άκουαν κι οι γείτονες τους αναστεναγμούς της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναστεναγμός — ο (Μ ἀναστεναγμός) ο στεναγμός, αναστέναγμα …   Dictionary of Greek

  • αγκομάχημα — και αγκομαχητό, το [αγκομαχώ] 1. δύσπνοια από κόπωση, ασθένεια κ.ά., λαχάνιασμα 2. επιθανάτιος ρόγχος, ψυχορράγημα 3. αναστεναγμός …   Dictionary of Greek

  • αναστέναγμα — το ο αναστεναγμός* …   Dictionary of Greek

  • αχός — ο 1. ήχος, βοή 2. υπόκωφος ήχος 3. ήχος φλογέρας ή άλλου οργάνου 4. αναστεναγμός («αναστενάζω, βγαίνει αχός, και μέσα μένει ο πόνος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αχώ < ηχώ] …   Dictionary of Greek

  • βαρυστέναγμα — το ο βαθύς αναστεναγμός …   Dictionary of Greek

  • καρδιοαναστέναγμα — καρδιοαναστέναγμα, τὸ (Μ) βαθύς αναστεναγμός …   Dictionary of Greek

  • μικροστεναγμός — μικροστεναγμός, ὁ (Μ) μικρός ή σιγανός αναστεναγμός …   Dictionary of Greek

  • μυχμός — μυχμός, ὁ (Α) αναστεναγμός («μυχμῷ τε στοναχῇ τε δόμων προπάροιθ Ὀδυσῆος», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. μυγμός] …   Dictionary of Greek

  • ξεφύσημα — το [ξεφυσώ] 1. ορμητική έξοδος αέρα από το στόμα ή από το στόμιο ενός αντικειμένου («το ξεφύσημα τής ατμομηχανής») 2. δυσκολία στην αναπνοή μετά από τρέξιμο ή σωματική καταπόνηση, αγκομαχητό, λαχάνιασμα 3. βαθύς αναστεναγμός 4. (κατ ευφημ.) πορδή …   Dictionary of Greek